ἐρίμυκος

ἐρί-μῡκος, ον, ([etym.] μυκάομαι, μέμυκα)
A loud-bellowing,

βοῶν ὑπὸ πόσσ' ἐριμύκων Il.20.497

, cf. 23.775, Od.15.235, Hes.Op.790 ;

ὀλολυγά AP6.219.17

(Antip.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερίμυκος — ἐρίμυκος, ον (Α) (ποιητ. τ.) αυτός που μουγκρίζει δυνατά («βοῶν ύπό πόσσ’ ἐριμύκων», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + μυκος (< μυκώμαι «μουγκρίζω»)] …   Dictionary of Greek

  • ἐρίμυκος — ἐρίμῡκος , ἐρίμυκος loud bellowing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρίμυκον — ἐρίμῡκον , ἐρίμυκος loud bellowing masc/fem acc sg ἐρίμῡκον , ἐρίμυκος loud bellowing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερι- — (I) ἐρι (Α) αχώριστο μόριο (όπως το αρι ) που επιτείνει την έννοια τών λέξεων στις οποίες προστίθεται ως α’ συνθετικό (π.χ. α. εριαυγής πάρα πολύ λαμπρός, φωτεινότατος β. ερίτιμος πολύτιμος, εντιμότατος γ. εριβρεμέτης* αυτός που βροντάει ισχυρά,… …   Dictionary of Greek

  • εριμύκης — ἐριμύκης, ὁ (Α) βλ. ερίμυκος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + μύκης (< μυκώμαι «μουγκρίζω»)] …   Dictionary of Greek

  • ἐριμύκους — ἐριμύ̱κους , ἐρίμυκος loud bellowing masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐριμύκων — ἐριμύ̱κων , ἐρίμυκος loud bellowing masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.